MAGYAR

Macska-egér barátság

ΕΛΛΗΝΙΚΆ

Η γάτα και το ποντίκι


Egy macska megismerkedett egyszer egy egérrel, s addig-addig mondogatta neki, hogy így meg úgy szereti, míg az egér rá nem állt, hogy egy házba költöznek, és közös háztartást vezetnek.
- Hanem télire készletet kell ám gyűjtenünk, különben felkopik az állunk - mondta a macska. - Neked, egérke, különben is vigyáznod kell, hová dugod az orrodat, még utóbb beleesel valami csapdába!
A jó tanácsot tett követte: vettek egy kis bödön zsírt; csak azt nem tudták, hová dugják. Hosszas töprengés után azt mondta a macska:
- Nem tudom, hol lehetne jobb helyen, mint a templomban, onnét ugyan senki el nem meri lopni; letesszük az oltár alá, s addig hozzá sem nyúlunk, míg a szükség rá nem kényszerít.
Biztonságba helyezték hát a bödönt; de kis idő múlva nagy étvágya támadt a macskának a zsírra, s így szólt az egérhez:
- Hallod-e, egérke, nénémasszony meghívott keresztkomának, gyönyörű cicája született, szép fehér zsemlefoltos, azt kell keresztvíz alá tartanom. Adj nekem kimenőt mára, viseld gondját egyedül a háznak.
- Csak menj isten nevében - felelte az egér -, s ha valami jót eszel, gondolj rám. Magam is innék egy gyűszűnyi áldomást a keresztelői aszúból!
Persze egy árva szó sem volt igaz az egészből; a macskának nem volt se nénjeasszonya, se keresztapának nem hívták meg. Ment egyenest a templomba, odaosont a bödönhöz, nyalni kezdte a zsírt, mind lenyalta a fölét. Mikor jóllakott, sétált egyet a háztetőkön, nézelődött, szemlélődött, aztán leheveredett, elnyúlt a napon, s nyalta elégedetten a bajuszát, valahányszor eszébe jutott a zsírosbödön. Nem is ment haza előbb, csak estefelé.
- No, megjöttél? - fogadta az egér. - Biztosan jól mulattál.
- Megjárja - felelte a macska.
- Hát a kicsinek mi lett a neve? - tudakolta tovább az egér.
- Lefölét - vetette oda kurtán a macska.
- Lefölét?! - kiáltott föl ámulva az egér. - Furcsa név, életemben ilyet nem hallottam még. Vagy a ti családotokban talán szokásos?
- Furcsa, nem furcsa, semmivel sem rosszabb holmi Morzsafalónál, ahogy a te keresztkölykeidnél járja - vágta el a vitát a macska.
Nem sokkal ezután megint csiklandozni kezdte a macska ínyét az étvágy.
- Igazán megtehetnéd újra a kedvemért, hogy egyedül viseled gondját a háznak - mondta -, engem megint keresztkomának hívnak, nem utasíthatom vissza, olyan szép fehér sáv van a cica nyakán!
A jóságos egérke megint beleegyezett a macska meg elosont a kertek alatt, belopódzott a templomba, és félig kinyalta a zsírosbödönt.
"Hiába, mindig az esik a legjobban, amit maga eszik az ember" - mondta, és szerfölött elégedett volt a napi munkájával.
Ahogy hazaért, kérdi az egér:
- Hát ennek a gyereknek ugyan mi lett a neve?
- Befelét - felelte a macska.
- Hogy mondod? Befelét? Életemben nem hallottam még ezt a nevet; fogadjunk, hogy nincs is benne a kalendáriumban!
Hanem a macskának csakhamar újra összefutott a nyál a szájában, valahányszor a bödönre gondolt.
Három az igazság - mondta az egérnek - megint keresztelőre hívnak, a kicsi fekete, mint a szurok, csak a mancsa fehér, de azon kívül aztán egy szál nem sok, annyi fehér szőre sincsen, az ilyesmi nagy ritkaság, minden szent időben egyszer ha megesik. Ugye, elengedsz?
- Lefölét! Befelét! - mormogta az egér. - Olyan fura nevek, annyit tűnődöm rajtuk.
- Mert folyton itthon kuksolsz a szürke háziruhádban, hagyod, hogy a hajad a nyakadba nőjön, és képzelődöl - felelte a macska. - Így van az, ha valaki ki sem teszi a lábát a szobából.
Míg a macska odajárt, az egér kitakarította, rendbe tette a házat. A pákosztos macska meg ezalatt kinyalta mind egy cseppig a zsírt a bödönből. "Addig úgysincs nyugta tőle az embernek, amíg mindet meg nem ette" - mondta magában, és csak késő este tért haza, kövéren, jóllakottan.
Az egérnek az volt az első dolga, hogy a harmadik keresztfiú nevét tudakolta.
- Biztosra veszem, hogy ez sem fog tetszeni neked - felelte a macska. - Úgy hívják, hogy Cseppetsem.
- Cseppetsem! - kiáltotta az egér. - Ez a legmeghökkentőbb név valamennyi közt, még sosem találkoztam vele nyomtatásban. Cseppetsem! Vajon mit jelent ez?
Fejét csóválta, összegömbölyödött, és lefeküdt aludni.
Ettől fogva senki nem hívta többé keresztkomának a macskát.
És nemsokára beköszöntött a hideg tél, odakint már nem akadt semmi ennivaló.
Akkor az egérnek eszébe jutott a macska bölcs tanácsa.
- Gyerünk, barátom - mondta neki -, keressük meg a bödönünket, eddig megőriztük, bezzeg most jólesik majd!
- Az igaz - felelte a macska -, jólesik majd neked, akárha az ablakot nyalogatnád.
Útnak indultak, s ahogy odaértek a templomba, ott volt a bödön a helyén, csakhogy üresen.
- Ó, most látom csak, mi történt, most derül ki, milyen barátom vagy! - kiáltotta az egér. - Azzal, hogy keresztelőre mégy, fölfaltad az egészet, előbb le a fölét, aztán be a felét, végül nem hagytál...
- Nem hallgatsz! - rivallt rá a macska. - Ha még egy szót szólsz, bekaplak!
...cseppet sem - mondta a szegény egér, mert már a nyelvén volt, s akarta, nem akarta, kiszaladt a száján. A macska utána ugrott, de az egér gyorsabb volt, elszaladt. Azóta is vigyáz, hogy a macskával ne találkozzék.
Μια φορα κι εναν καιρο ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ' έναν ποντικό. Και τού 'δωσε τόσες υποσχέσεις και τού 'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους. " Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε γ ι α το χειμώνα, ειδαλλιως θα πεινάσουμε ," είπε η γάτα. " Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος Οα πιαστείς σε καμιά φάκα και θα σε χάσω ." Η ιδέα της γάτας ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να τό 'χουν γ ια το χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, γ ι α να μην τους το κλέψει κανείς. Αφού έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε: " Δεν μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ αφήσουμε κάτω από την Α γ ί α Τράπεζα. Και δεν θα τ' ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε ."

Έκρυψαν λοιπόν κι ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα την έπιασε λιγούρα γ ι α τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό: " Ποντικέ, η ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα γίνει η βάφτιση κι εγώ θα είμαι νονά. Ά σ ε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας ." - " Εντάξει, εντάξει ," αποκρίθηκε το ποντίκι. " Πήγαινε στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν και μένα τα κουφέτα ."

Αλλά ήταν όλα ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Π α ρ ά μια και δυο τραβάει γ ι α την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Α γ ί α Τράπεζα κι ανοίγει το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκα\ε μια βόλτα πάνω απ' τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε σπίτι. " Επιτέλους ήρθες! ," την υποδέχτηκε ο ποντικός. " Τα πέρασες ωραία; " - " Καλά ήτανε ." - α Και πώς το βγάλατε το γ α τ ά κ ι; ," ρώτησε ο ποντικός, α Π α ε ι τ ο - καϊμάκι ," απάντησε ξερά η γάτα. " Παειτοκαϊμάκι; ," απόρησε ο ποντικός. " Παράξενο όνομα. Το συνηθίζετε στην οικογένεια σας; " - " Μην το ψάχνεις ," τον έκοψε η γάτα. " Δεν είναι δα χειρότερο απ το όνομα που έδωσες εσύ στο βαφτιστήρι σου: Ψιχουλοφάης . . . "

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα γ ι α το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και λέει στον ποντικό: " Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα μόνος σου το σπιτικό μας. Γιατί θα γ ί νω και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ' το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι ." Ο καλός ο ποντικός συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία. Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ώς τη μέση. " Τ ί π ο τ α δεν είναι πιο νόστιμο ," σκέφτηκε, " άπ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος ." Κι έμεινε πολύ ευχαριστημένη απ5 την εκδρομή της. Ό τ α ν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε: " Πώς το βάφτισες αυτό το γατάκι; " - " Π α ε ι τ ο μ ι σ ό ," απάντησε η γάτα. - " Παειτομισό! Τι λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Β ά ζ ω στοίχημα ότι στο ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γ ι ο ρ τ ά ζ ε ι! "

Δεν πέρασε πολύς καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια γ ι α το βούτυρο. " Ό λ α τα καλά πράγματα τριτώνουν ," είπε στον ποντικό. " Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια. Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να π ά ω; " - " Παειτοκαϊμάκι, Παειτομισό! Α υ τ ά τα παράξενα ονόματα μ έχουν βάλει σε σκέψεις ." - " Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω ." Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι και το τέλειωσε το βούτυρο. " Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το μεζέ ," μονολόγησε.

Χορτάτη και καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι. " Μπα, ούτε αυτό θα σου αρέσει ," του αποκρίθηκε η γάτα. " Το βγάλαμε Παειόλο ." - " Παειόλο! ," φώναξε ο ποντικός. " Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν τό ' χω συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; " Και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη γωνιά του να κοιμηθεί.

Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να βαφτίσει. Ό τ α ν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν π ι α τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο και είπε: " Έ λ α , γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το βούτυρο, που είχαμε φυλάξει γ ι α το χ ε ι μ ώ να. Θα είναι ό,τι πρέπει ." - " Μάλιστα ," αποκρίθηκε η γάτα. " Γ ι α σένα προπάντον θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν να τρως αέρα κοπανιστό ." Μια και δυο, ξεκινάνε γ ι α την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του. Αλλά ήταν άδειο. " Τώρα καταλαβαίνω ," είπε ο ποντικός. " Ωραία φίλη είσαι! Αντί να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο. Πρώτα πρώτα Παειτοκαϊμάκι, μετά Παειτομισό, κι ύστερα . . . " - " Σ τ α μ ά τ α! " τον έκοψε η γάτα. " Ά λ λ η μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα! " - " . . . Παειό-όλο! ," ξεστόμισε ο καημένος ο ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον κάνει μια χαψιά. Τι να κάνουμε; Έ τ σ ι είναι ο κόσμος.




Hasonlítsa össze a két nyelv:













Donations are welcomed & appreciated.


Thank you for your support.