ROMÂNĂ

Prietesugul dintre soarece si pisica

ΕΛΛΗΝΙΚΆ

Η γάτα και το ποντίκι


O pisica a facut cunostiinta odata cu un soarece, si i-a vorbit atat de mult despre marea iubire si prietenie pe care o simtea fata de el, incat, pana la urma, soarecele a incuviintat sa traiasca si sa-si tina gospodaria impreuna. "Trebuie sa ne facem provizii pentru iarna, sau vom muri de foame," a zis pisica, "iar tu, mic soarece, nu poti sa te aventurezi oriunde, caci poti fi lesne prins intr-o capcana odata si-odata." Acest bun sfat a fost urmat de indata, si cei doi au cumparat un borcan cu untura, pe care n-au stiut insa unde sa il puna.

In cele din urma, dupa multe discutii, pisica a spus, "Nu stiu un loc mai bun in care sa-l pastram decat in biserica, pentru ca nimeni nu indrazneste sa fure ceva de acolo. Il vom aseza sub altar, si nu ne vom atinge de el pana cand nu vom avea cu adevarat nevoie."

Au ascuns asadar borcanul cu untura in acel loc sigur, dar nu a trecut multa vreme si pisicii a inceput sa i se faca pofta de untura, asa ca ia grait soarecelui, " Vreau sa-ti spun ceva, soricelule. Verisoara mea a adus pe lume un baietel, si mi-a cerut sa ii fiu nasa. Bebelusul este asa de dragut, are o blana alba cu pete cafenii, iar eu il voi tine deasupra cristelnitei. Lasa-ma sa ma duc la azi la botez, si ocupa-te tu singur de casa pana ma intorc." - "Desigur, desigur," i-a raspuns soarecele, "trebuie sa mergi neaparat, si daca ti se da ceva bun, gandeste-te si la mine; mi-ar place si o picatura de vin rosu de la botez."

Tot ce spusese pisica n-avea nici un strop de adevar, caci nu avea nici o verisoara, si nici nu i se ceruse sa fie nasa. Ea s-a dus direct la biserica, a sos de sub altar borcanul cu untura, si i-a lins partea de deasupra. Apoi a facut o plimbare pe acoperisurile orasului, s-a intins la soare, lingandu-si cu pofta buzele ori de cate ori isi aducea aminte de borcanul , si nu s-a intors acasa pana nu s-a inserat.

"Hei, te-ai intors," a exclamat soarecele, "fara indoiala, ai avut parte de o zi fericita." - "Totul a mers foarte bine," a raspuns pisica. "Si ce nume i-ai dat copilului?" - "Deasupra!," a zis pisica cu nonsalanta. "Deasupra!" a strigat soarecele, "e un nume destul de ciudat si iesit din comun, il mai poarta cineva din familia ta?" - "Intelesul lui, " a remarcat pisica , " nu este cu nimic mai rau decat Hotul-de-farimituri, asa cum ti-ai numit finii."

Nu s-a scurs mult timp, si pisica a fost cuprinsa din nou de dorul de untura, asa ca i-a zis soarecelui, "Fa-mi te rog o favoare, si ingrijeste-te inca o data singur de casa. Mi s-a cerut din nou sa fiu nasa, si, intrucat copilasul are un cerc alb in jurul gatului, nu am putut sa refuz." Bunul soarece a fost de acord, iar pisica s-a strecurat pe langa zidurile orasului pana la biserica, si a infulecat jumatate din borcanul cu untura. "Nimic nu pare sa fie atat de bun precum ceva ce pastrezi numai si numai pentru tine," si-a spus pisica, fiind foarte multumita de felul cum isi petrecuse ziua. La intoarcerea acasa, soarecele a intrebat-o, "Ce nume i-ai dat la botez copilului?" - "Jumate-gata," a raspuns pisica. "Jumate-gata! Cred ca glumesti. Nu am auzit nicicand in viata acest nume, pun pariu pe ce vrei ca nu este nici macar in calendar!"

A mai trecut putina vreme, si pisicii a inceput din nou sa i se faca gura apa dupa niste untura. "Toate lucrurile bune se fac de trei ori," a zis ea, "Am fost iarasi rugata sa fiu nasa. Bebelusul are blanita neagra, numai labutele ii sunt albe, si, oricat ai cauta nu ai putea gasi nici un alt fir alb pe tot trupul sau; un astfel de lucru se intampla numai odata la cativa ani! Ma lasi sa ma duc nu-i asa?" - "Deasupra! Jumate-gata," a rostit soarecele, "numele astea sunt asa de ciudate incat m-au pus pe ganduri." - "Stai mereu in casa," i-a raspuns pisica, "in blanita ta gri-negrisoara, cu coada ta lunga, si iti faci tot felul de ganduri prostesti din pricina ca nu iesi deloc afara la lumina zilei."

Cat a ramas singur, soarecele a facut curat si ordine in casa, iar lacoma pisica nu s-a lasat pana nu a lins toata untura din borcan. "Cand ai terminat de mancat tot, te simti asa de bine," a gandit pisica, si, satula peste poate, nu a revenit acasa decat noaptea tarziu. Soarecele a intrebat-o iarasi ce nume ii pusese celui de-al treilea copil. "Acest nume nu te va multumi mai mult decat celelalte," i-a raspuns pisica. "L-am botezat "S-a dus tot." - "S-a dus tot"! a strigat soarecele, "acesta este cel mai ciudat nume din toate! Nu l-am vazut niciodata tiparit. S-a dus tot; ce inseamna?" si a dat neincrezator din cap, si-a ridicat coada in sus si a plecat la culcare.

De atunci, nimeni nu i-a mai cerut pisicii sa fie nasa, insa cand a sosit iarna si nu mai aveau nimic sa puna in gura, soarecele s-a gandit la rezerva lor, si a spus, "Haide, pisico, sa mergem sa luam borcanul de untura pe care l-am pastrat pentru zile negre, ar trebui sa fie un deliciu." Au plecat la drum, au intrat in biserica si au gasit borcanul la locul lui, dar vai, nu mai avea nimic in el! "Aha," a exclamat soarecele, " acum inteleg ce s-a intamplat, acum totul iese la iveala! Imi esti prietena adevarata? Ai mancat mai intai ce era deasupra, apoi l-ai dat Jumate-Gata, si, dupa aceea…" - "Tine-ti gura," a strigat pisica, "inca un cuvant si te mananc si pe tine." Vorbele "S-a dus tot" au scapat insa fara voie de pe buzele bietului soarece. Abia a apucat sa le rosteasca ca pisica a si sarit la el, l-a inhatat si l-a inghitit dintr-o imbucatura. Fara indoiala, asa se petrec lucrurile in lume.
Μια φορα κι εναν καιρο ήτανε μια γάτα, που έπιασε φιλίες μ' έναν ποντικό. Και τού 'δωσε τόσες υποσχέσεις και τού 'ταξε τόσα ωραία πράγματα, που με τα πολλά ο ποντικός συμφώνησε και δέχτηκε να ζήσουνε μαζί στο ίδιο σπίτι, μοιράζοντας σαν καλοί φίλοι τα υπάρχοντα τους. " Αλλά θα πρέπει να φροντίσουμε γ ι α το χειμώνα, ειδαλλιως θα πεινάσουμε ," είπε η γάτα. " Εσύ, ποντικέ, να προσέχεις πού πατάς και να μη χώνεσαι όπου βρεις, γιατί στο τέλος Οα πιαστείς σε καμιά φάκα και θα σε χάσω ." Η ιδέα της γάτας ήταν καλή και πράγματι αγόρασαν ένα βαρελάκι βούτυρο, να τό 'χουν γ ια το χειμώνα. Μόνο που δεν ήξεραν πού να το κρύψουν, γ ι α να μην τους το κλέψει κανείς. Αφού έσπασαν τα κεφάλια τους, η γάτα μίλησε και είπε: " Δεν μπορώ να βρω καλύτερη κρυψώνα απ την εκκλησία. Εκεί δεν τολμάει κανείς ν απλώσει το χέρι του και να κλέψει το παραμικρό. Πάμε να τ αφήσουμε κάτω από την Α γ ί α Τράπεζα. Και δεν θα τ' ανοίξουμε παρά μόνον όταν θα το χρειαστούμε ."

Έκρυψαν λοιπόν κι ασφάλισαν το βούτυρο για το χειμώνα. Αλλά πριν περάσει πολύς καιρός, τη γάτα την έπιασε λιγούρα γ ι α τη νόστιμη λιχουδιά. Και λέει στον ποντικό: " Ποντικέ, η ξαδέρφη μου γέννησε κι έφερε στον κόσμο ένα γατάκι καστανόξανθο. Σήμερα θα γίνει η βάφτιση κι εγώ θα είμαι νονά. Ά σ ε με να πάω και φρόντισε μόνος σου το σπιτικό μας ." - " Εντάξει, εντάξει ," αποκρίθηκε το ποντίκι. " Πήγαινε στο καλό του Θεού. Κι αν σας τρατάρουν τίποτα καλό, μη με ξεχάσεις. Μ' αρέσουν και μένα τα κουφέτα ."

Αλλά ήταν όλα ψέματα. Η γάτα ούτε ξαδέρφη είχε, ούτε ανιψάκι είχε αποκτήσει. Π α ρ ά μια και δυο τραβάει γ ι α την εκκλησία, τρυπώνει κάτω απ' την Α γ ί α Τράπεζα κι ανοίγει το βαρελάκι με το βούτυρο. Αφού έφαγε το πάνω πάνω, το καϊμάκι, έκα\ε μια βόλτα πάνω απ' τις στέγες των κοντινών σπιτιών, λιάστηκε καλά καλά, σκούπισε τα μουστάκια της και ξερογλειφότανε κάθε που θυμότανε το βούτυρο. Κατά το βραδάκι γύρισε σπίτι. " Επιτέλους ήρθες! ," την υποδέχτηκε ο ποντικός. " Τα πέρασες ωραία; " - " Καλά ήτανε ." - α Και πώς το βγάλατε το γ α τ ά κ ι; ," ρώτησε ο ποντικός, α Π α ε ι τ ο - καϊμάκι ," απάντησε ξερά η γάτα. " Παειτοκαϊμάκι; ," απόρησε ο ποντικός. " Παράξενο όνομα. Το συνηθίζετε στην οικογένεια σας; " - " Μην το ψάχνεις ," τον έκοψε η γάτα. " Δεν είναι δα χειρότερο απ το όνομα που έδωσες εσύ στο βαφτιστήρι σου: Ψιχουλοφάης . . . "

Δεν πέρασε πολύς καιρός και τη γάτα πάλι την έπιασε λιγούρα γ ι α το βούτυρο. Γυρνάει λοιπόν και λέει στον ποντικό: " Θα μου κάνεις τη χάρη και θα φροντίσεις σήμερα μόνος σου το σπιτικό μας. Γιατί θα γ ί νω και πάλι νονά. Το καινούργιο γατάκι είναι μαύρο με μια άσπρη γραμμούλα γύρω απ' το λαιμό. Δεν μπορώ να πω όχι ." Ο καλός ο ποντικός συμφώνησε. Η γάτα όμως χώθηκε στα στενά και κρυφά έφτασε μέχρι την εκκλησία. Εκεί άνοιξε πάλι το βαρελάκι και κατέβασε το βούτυρο ώς τη μέση. " Τ ί π ο τ α δεν είναι πιο νόστιμο ," σκέφτηκε, " άπ' αυτό που τρως εσύ ο ίδιος ." Κι έμεινε πολύ ευχαριστημένη απ5 την εκδρομή της. Ό τ α ν γύρισε σπίτι, ο ποντικός τη ρώτησε: " Πώς το βάφτισες αυτό το γατάκι; " - " Π α ε ι τ ο μ ι σ ό ," απάντησε η γάτα. - " Παειτομισό! Τι λες; Σ όλη μου τη ζωή δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα. Β ά ζ ω στοίχημα ότι στο ημερολόγιο δεν έχει μέρα να γ ι ο ρ τ ά ζ ε ι! "

Δεν πέρασε πολύς καιρός και της γάτας της τρέξανε πάλι τα σάλια γ ι α το βούτυρο. " Ό λ α τα καλά πράγματα τριτώνουν ," είπε στον ποντικό. " Με κάλεσαν πάλι νονά σε μια βάφτιση. Το γατάκι αυτή τη φορά είναι κατάμαυρο, μόνο που έχει άσπρα ποδαράκια. Ούτε μια άσπρη τρίχα σ' όλο του το κορμάκι. Αυτό είναι πολύ σπάνιο, μια φορά στα δέκα χρόνια συμβαίνει. Θα μ' αφήσεις να π ά ω; " - " Παειτοκαϊμάκι, Παειτομισό! Α υ τ ά τα παράξενα ονόματα μ έχουν βάλει σε σκέψεις ." - " Είναι επειδή κάθεσαι κλεισμένος όλη μέρα εδώ μέσα με την γκρίζα σου τη ρόμπα και με την ουρίτσα σου τυλιγμένη στην πολυθρόνα. Αυτά παθαίνει όποιος δεν βγαίνει έξω ." Ο ποντικός έμεινε λοιπόν σπίτι και καθάρισε και σκούπισε και συγύρισε. Η λιχούδα γάτα όμως έβαλε κάτω το βαρελάκι και το τέλειωσε το βούτυρο. " Δεν ησυχάζεις παρά μονάχα όταν τον φας όλον το μεζέ ," μονολόγησε.

Χορτάτη και καλοφαγωμένη γύρισε σπίτι αργά το βράδυ. Ο ποντικός ρώτησε αμέσως να μάθει τι όνομα είχανε δώσει στο τρίτο γατάκι. " Μπα, ούτε αυτό θα σου αρέσει ," του αποκρίθηκε η γάτα. " Το βγάλαμε Παειόλο ." - " Παειόλο! ," φώναξε ο ποντικός. " Αυτό είναι το πιο παράξενο απ όλα. Δεν τό ' χω συναντήσει πουθενά γραμμένο. Τι στην ευχή σημαίνει; " Και κουνώντας το κεφάλι του κουλουριάστηκε στη γωνιά του να κοιμηθεί.

Από τότε κι ύστερα κανείς δεν ξανακάλεσε τη γάτα να βαφτίσει. Ό τ α ν όμως χειμώνιασε κι έξω δεν έβρισκαν π ι α τίποτα να φάνε, ο ποντικός θυμήθηκε το βούτυρο και είπε: " Έ λ α , γάτα, πάμε στην εκκλησία να πάρουμε το βούτυρο, που είχαμε φυλάξει γ ι α το χ ε ι μ ώ να. Θα είναι ό,τι πρέπει ." - " Μάλιστα ," αποκρίθηκε η γάτα. " Γ ι α σένα προπάντον θα είναι ό,τι πρέπει. Και δεν θα σου πέσει βαρύ στο στομάχι. Είναι ελαφρύ, σαν να τρως αέρα κοπανιστό ." Μια και δυο, ξεκινάνε γ ι α την εκκλησία. Κι όταν έφτασαν, βρήκαν το βαρελάκι στη θέση του. Αλλά ήταν άδειο. " Τώρα καταλαβαίνω ," είπε ο ποντικός. " Ωραία φίλη είσαι! Αντί να βαφτίζεις γατάκια, ερχόσουνα εδώ και έτρωγες το βούτυρο. Πρώτα πρώτα Παειτοκαϊμάκι, μετά Παειτομισό, κι ύστερα . . . " - " Σ τ α μ ά τ α! " τον έκοψε η γάτα. " Ά λ λ η μια λέξη και θα σε φάω κι εσένα! " - " . . . Παειό-όλο! ," ξεστόμισε ο καημένος ο ποντικός. Και πριν προλάβει ν' αποσώσει το λόγο του, τον αρπάζει η γάτα και τον κάνει μια χαψιά. Τι να κάνουμε; Έ τ σ ι είναι ο κόσμος.




Compară două limbi:













Donations are welcomed & appreciated.


Thank you for your support.